Παρασκευή 11 Ιουνίου 2010

Ο Άγιος Νικόλαος στο Ιασόνειο ακρωτήριο




Ο Άγιος Νικόλαος στο Ιασόνειο ακρωτήριο
Η εκκλησία δημιουργήθηκε το 1869 από Έλληνες και αφέθηκε στην εγκατάλειψη μετά τους διωγμούς , αναστηλώθηκε το 2004 από τον τοπικό κυβερνήτη και χρησιμοποιείται ως τουριστικό αξιοθέατο για την περιοχή
******
Το Ιασόνιον Άκρον ανάμεσα στις δυο αποικίες της Σινώπης την Αμισό ( Σαμψούντα) και τα Κοτύωρα ( Ορντού) όπου κατά την παράδοση οι αργοναύτες έκαναν θυσίες προς τιμή του Δία πριν φθάσει στην Κολχίδα για να πάρει το χρυσόμαλλο δέρας ,διατηρεί μέχρι και σήμερα το όνομα του Ιάσωνα ( γιασούν μπουρουνού ) ( το ακρωτήριο του Ιάσωνα) .
Ο μύθος των Αργοναυτών είναι από τους γνωστότερους της ελληνικής μυθολογίας: Οι Αργοναύτες με αρχηγό τον Ιάσονα ξεκίνησαν από την Αρχαία Ιωλκό, το σημερινό Βόλο, κι έφτασαν μέχρι την Κολχίδα, προκειμένου να πάρουν το χρυσόμαλλο δέρας.
Μία από τις ερμηνείες για το χρυσόμαλλο δέρας είναι ότι συμβολίζει τον πλούτο στα παράλια του Πόντου. Οι Έλληνες μέσα από τις ανταλλαγές που είχαν -πιθανότατα μέσω Μικράς Ασίας- με τους Χετταίους, πληροφορήθηκαν ότι στην περιοχή γύρω από τον Πόντο υπήρχαν πολλά μεταλλεύματα (χρυσός, ασήμι κ.ά.), καθώς και αφθονία άλλων προϊόντων.
Το αποτέλεσμα ήταν να πλαστεί ένας μύθος γι' αυτό τον τόπο, που πίστευαν ότι βρίσκεται στα απώτατα όρια του πολιτισμένου κόσμου. Ωστόσο, υπήρχαν πολλές δυσκολίες για να μπορέσουν να φτάσουν τα ελληνικά καράβια εκείνης της εποχής στον Πόντο και ίσως γι' αυτό να τον είχαν ονομάσει και Άξενο Πόντο, επειδή η θάλασσα εκεί ήταν ανεξερεύνητη.
Έτσι, τα στενά του Βοσπόρου αναφέρονται στην αργοναυτική εκστρατεία Συμπληγάδες, που μεταφορικά σημαίνει κάτι που δεν περνιέται. Πέρασαν πολλοί αιώνες μέχρι οι Έλληνες να περάσουν αυτά τα στενά.
Όταν, όμως το κατόρθωσαν άλλαξαν και την ονομασία της θάλασσας και από Άξενο Πόντο τη μετονόμασαν σε Εύξεινο Πόντο. Η αρχή έγινε τον 11ο αιώνα π.Χ., όταν Ίωνες Αθηναίοι κατέλαβαν την περιοχή που ονομάστηκε Ιωνία και ίδρυσαν τη Μίλητο.
Η τελευταία εξελίχθηκε σε μεγάλη ναυτική και εμπορική δύναμη, με αποτέλεσμα να φτάσει στον Εύξεινο Πόντο και να δημιουργήσει αποικίες. Ο ελληνισμός του Πόντου σύμφωνα με τα ιστορικά στοιχεία χρονολογείται από τον 8ο π.Χ. αιώνα με την ίδρυση της Σινώπης η οποία γρήγορα αναπτύχθηκε αποκτώντας μεγάλο εμπορικό λιμάνι και ισχυρή ναυτική δύναμη.
Με τη σειρά της δημιούργησε νέες αποικίες-πόλεις σε όλο το μήκος των βόρειων παραλίων της Μικράς Ασίας. Σπουδαιότερες είναι η Ηράκλεια, η Άμαστρις,
η Αμισός, τα Κοτύωρα, η Κερασούντα, η Τραπεζούντα κ.ά. Όλες αυτές οι πόλεις χτίστηκαν σε στρατηγικά περάσματα στα οποία κατέληγαν οι δρόμοι που διέσχιζαν τα Ποντικά Όρη και ένωναν τα παράλια του Πόντου με την ενδοχώρα.
Κοντά σε αυτές έχουμε και την Τρίπολη και την Οινόη. Σύμφωνα με τον Παυσανία, η πρώτη ήταν αποικία της αρκαδικής Τρίπολης και η δεύτερη της Οινόης της Αττικής. Χαρακτηριστικό είναι ότι όλες αυτές οι αποικίες ήταν παραλιακές, που σημαίνει γόνιμο έδαφος, ενώ παράλληλα συγκέντρωναν και όλη την πλούσια παραγωγή της ενδοχώρας.
Αψευδής μαρτυρία για τον πλούτο, την ευημερία και την ελληνικότητα των αποικιών αυτών αποτελεί η περιγραφή του Ξενοφώντα στην Κάθοδο των Μυρίων.
Η Τραπεζούντα εξελίχθηκε στη σημαντικότερη από όλες τις πόλεις και το όνομα της το οφείλει στο τραπεζοειδές σχήμα της τοποθεσίας στην οποία είχε χτιστεί. Το στρατηγικής σημασίας σημείο στο οποίο ιδρύθηκε το 756 π.Χ. την έκανε σύντομα μεγάλο κέντρο του διαμετακομιστικού εμπορίου μεταξύ Ευρώπης και Ασίας.
Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι εκεί καταλήγει μία από τις απολήξεις του γνωστού «Δρόμου του Μεταξιού» τον οποίο ακολούθησε και ο Μάρκο Πόλο. θα πρέπει να σημειώσουμε ότι όλες σχεδόν οι σύγχρονες πόλεις του Πόντου προέρχονται από τις ελληνικές που ήδη αναφέραμε.

κείμενο από Σανταίος

Τρίτη 8 Ιουνίου 2010

Κοτύωρα,η Εκκλησία της Υπαπαντής του Χριστού




Κοτύωρα ,η Εκκλησία της Υπαπαντής του Χριστού
Σε εμφανή θέση βλέπουμε στα παράλια των Κοτυώρων τον Ναό της Υπαπαντής του Χριστού μετά την ανακαίνιση του σήμερα λειτουργεί ως μουσείο. Τα ελληνικά Κοτύωρα στα μέσα του 19ου αι. είχαν δύο κύριες συνοικίες, της Υπαπαντής (τη Παναγίας ή το Πέραν μαχαλάν), στους πρόποδες του όρους Μπόζτεπε, στη δυτική είσοδο της πόλης, και του Αγίου Γεωργίου (τη Τσαϊρί τη μαχαλάν), που ήταν ανατολικά κοντά στην αγορά. Η συνοικία της Υπαπαντής είχε τα πιο εντυπωσιακά σπίτια, αφού εκεί έμεναν οι εύπορες οικογένειες της πόλης. Προς τα τέλη του 19ου αι. κάτοικοι των χωριών της Χαλδίας ίδρυσαν και άλλη συνοικία, στα Κοτύωρα, αυτή του Αγίου Νικολάου. Η πόλη απέκτησαν ρυμοτομία και καλούς δρόμους στρωμένους με λευκή πέτρα.
Κάθε συνοικία είχε τη δική της ομώνυμη εκκλησία, ενώ σημαντική ήταν και η εκπαιδευτική δράση, με ένα τουλάχιστον σχολείο σε κάθε συνοικία., παραπλεύρως του ναού της Υπαπαντής του Χριστού λειτούργησε η ξακουστή Ψωμιάδειος Σχολή που δυστυχώς από το κτίριο της σχολής αυτής δεν σώζεται τίποτε, ιδρύθηκε το 1877 και λειτούργησε ως τετρατάξιο Σχολαρχείο και στην οποία από το 1902 προστέθηκε και μια τάξη Γυμνασίου κτίσθηκε με χρήματα του μεγάλου ευεργέτη Κωνσταντίνου Ψωμιάδη, γι’ αυτό ονομάστηκε Ψωμιάδειος Σχολή